11 Φεβ 2014

Παραμύθια από τον κόσμο

 

Μια συλλογή από το Β3
από την πρώτη μας απόπειρα να προσεγγίσουμε τη λαϊκή παράδοση και τη λογοτεχνία άλλων λαών.
 

 


 
Παραμύθια από τον κόσμο (μια συλλογή από το Β3)
 
Ο βασιλιάς και το αλάτι, ένα παραμύθι από τη Λιβύη.
 
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας μεγάλος βασιλιάς που
είχε τρεις γιους και τους αγαπούσε πολύ.
Μια μέρα αποφάσισε να δει πόσο τον αγαπούσαν κι εκείνοι.
Φώναξε λοιπόν τον καθένα και τον ρώτησε πόσο τον αγαπάει.
"Σ' αγαπώ όσο αγαπώ το χρυσάφι και τα κοσμήματα", είπε ο πρώτος γιος και
ο βασιλιάς ευχαριστήθηκε πολύ.
"Σ' αγαπώ όσο αγαπώ τα λεφτά", είπε ο δεύτερος γιος και πάλι ο βασιλιάς ευχαριστήθηκε πολύ.
"Σ' αγαπώ όσο αγαπώ το αλάτι", είπε ο τρίτος γιος.
Ο βασιλιάς τότε θύμωσε πολύ και έδιωξε τον τρίτο γιο από το παλάτι.
 
Εκείνος περιπλανήθηκε σε πόλεις και χωριά, έκανε πολλές δουλειές και κατάφερε
με την εξυπνάδα του να γίνει βασιλιάς σε μια άλλη πολιτεία.
 
Τα χρόνια πέρασαν, ο πατέρας του είχε πια γεράσει πολύ και είχε
σχεδόν ξεχάσει τον τρίτο του γιο.
 
Εκείνος όμως πάντα θυμόταν τον πατέρα του και τον άδικο διωγμό του από το παλάτι, αλλά δεν του κρατούσε κακία. Έτσι, μια μέρα αποφάσισε να κάνει ένα γιορταστικό τραπέζι και κάλεσε σ' αυτό βασιλιάδες από κοντά κι από μακριά.
Ανάμεσά τους ήταν και ο πατέρας του.
Το τραπέζι ήταν πολύ πλούσιο.
Είχε όλων των ειδών τα φαγητά, τα φρούτα και τα γλυκά.
Μόνο που όλα τα φαγητά ήταν ανάλατα.
Έτσι είχε συμφωνήσει ο τρίτος γιος με το μάγειρα.
 
Όταν όλοι κάθισαν στο γιορτινό τραπέζι, ο βασιλιάς πατέρας του
πήρε το πιρούνι και άρχισε να τρώει.
Με τις πρώτες όμως πιρουνιές παραπονέθηκε ότι το φαγητό
δεν είχε καθόλου αλάτι και σταμάτησε να τρώει.
Καθόταν περίλυπος μπροστά σ' αυτό, το τόσο πλούσιο... με άγευστα φαγητά τραπέζι.
 
Τότε ο τρίτος του γιος, που στεκόταν δίπλα του, αλλά ο γερο-βασιλιάς δεν είχε αναγνωρίσει, γύρισε και του είπε:
"Πατέρα, όταν πριν από πολλά χρόνια σου είπα ότι σ' αγαπώ όσο το αλάτι, με έδιωξες από το παλάτι σου. Τώρα, γιατί είσαι τόσο λυπημένος επειδή δεν μπορείς να φας το ανάλατο φαγητό σου;".
 
Ο γερο-βασιλιάς, έκπληκτος, αναγνώρισε το γιο του και κατάλαβε το λάθος του. "Συγνώμη, γιε μου, ήμουν τόσο άδικος μαζί σου..." του είπε.
 
Τότε ο γιος αγκάλιασε τον πατέρα του
 
και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα...
Αλέξανδρος, Γιάννης, Μάρκος
 
 

Το ασημένιο κουδουνάκι, ένα παραμύθι από την Ιαπωνία

Κάποτε σε ένα χωριό δίπλα στη θάλασσα ζούσε ένας σοφός γέροντας. Του άρεσε να κάθεται στη βεράντα του και να κοιτά τη θάλασσα. Για να μη νιώθει μοναξιά είχε κρεμάσει ένα ασημένιο κουδουνάκι στη σκεπή της βεράντας. Μόλις φυσούσε λίγο ο αέρας το ασημένιο κουδουνάκι χτυπούσε χαρούμενα.
Ο γέροντας περνούσε ώρες και ώρες στη βεράντα του. Χάζευε τη θάλασσα,άκουγε το κουδουνάκι και χαμογελούσε ευτυχισμένος.
Στο ίδιο χωριό ζούσε κι ένας φαρμακοποιός. Ήταν πολύ δυστυχισμένος γιατί οι δουλείες του δεν πήγαιναν καλά κι ήταν τόσο λυπημένος που δεν ήξερε τι να κάνει.
Αποφάσισε λοιπόν να πάει στο γέροντα και να ζητήσει τη συμβουλή του. Όταν έφτασε σπίτι του τον είδε να κάθεται ευτυχισμένος δίπλα στη θάλασσα. Μόλις άκουσε το γλυκό ήχο του κουδουνιού κατάλαβε το γιατί.
Έτσι ζήτησε από τον γέροντα να του δανείσει για λίγο το κουδουνάκι. Γιατί όχι; -είπε εκείνος- Σε παρακαλώ όμως να μου το επιστρέψεις γιατί χωρίς αυτό είμαι δυστυχισμένος.
Ο φαρμακοποιός τον ευχαρίστησε και υποσχέθηκε να του φέρει το κουδουνάκι την άλλη μέρα.
Όταν πήγε σπίτι του έβαλε το κουδουνάκι στο κήπο του κι ο ήχος του ήταν τόσο χαρούμενος που ο φαρμακοποιός χαλάρωσε, η ζωή του φάνηκε όμορφη και άρχισε μονομιάς να χορεύει….
Την επόμενη μέρα ο φαρμακοποιός δε φάνηκε από το σπίτι του γέροντα και εκείνος είχε κιόλας χάσει το κέφι του χωρίς το κουδουνάκι του…. Κάθε λίγο και λιγάκι έβγαινε στο δρόμο και κοιτούσε μήπως ερχόταν κανείς αλλά που.
Έτσι όταν πήγε πια μεσημέρι ο γέροντας φώναξε ένα μαθητή του, τον Τσιάο και του είπε:
Πήγαινε μέχρι το σπίτι του φαρμακοποιού σε παρακαλώ. Χτες του δάνεισα το ασημένιο κουδουνάκι μου μα ξέχασε να μου το επιστρέψει. Πες του πως τον περιμένω με μεγάλη ανυπομονησία!
Ο Τσιάο έτρεξε στο σπίτι του φαρμακοποιού αλλά μόλις μπήκε στο κήπο άκουσε τη γλυκιά μελωδία από το κουδουνάκι. Είδε το φαρμακοποιό να χορεύει και αισθάνθηκε τόσο χαρούμενος που άρχισε κι αυτός να χορεύει!  Εν τω μεταξύ είχαν περάσει κιόλας τόσες ώρες και στο σπίτι του γέροντα δεν είχε φανεί ούτε ο φαρμακοποιός ούτε ο Τσιάο.
Ο γέρο σοφός θυμωμένος φώναξε ένα άλλο μαθητή του, τον Κοτάρο και του είπε:
Τρέχα στο σπίτι του φαρμακοποιού και πες του να μου φέρει αμέσως το ασημένιο μου κουδουνάκι. Κι αν συναντήσεις στο δρόμο τον Τσιάο πες του πως πρέπει να ντρέπεται που δεν ακούει το δάσκαλο του.
Ο Κοτάρο πήγε στο σπίτι του φαρμακοποιού όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Όταν έφτασε εκεί είδε έκπληκτος τον Τσιάο και το φαρμακοποιό να χορεύουν χαρούμενοι στον κήπο. Και πριν καλά καλά το καταλάβει αισθάνθηκε τόσο ευτυχισμένος που άρχισε να χορεύει κι εκείνος.
Ο ήλιος κόντευε να δύσει και ο γέροντας ακόμα περίμενε το ασημένιο κουδουνάκι του.
Τον έπιασε μια βαθιά μελαγχολία χωρίς τον ήχο του αγαπημένου του κουδουνιού. Τελικά δεν άντεξε άλλο και πήγε ο ίδιος να δει τι συνέβαινε.
Σαν έφτασε επιτέλους στο σπίτι άκουσε τον ήχο του ασημένιου κουδουνιού και είδε στον κήπο,ανάμεσα στα λουλούδια, τον φαρμακοποιό και τους δυό του μαθητές να χορεύουν χαρούμενα.
Ο γέροντας απόρησε και δεν ήξερε τι εξήγηση να δώσει. Δεν έμεινε όμως πολύ ώρα έτσι. Η λύπη του εξαφανίστηκε και ένιωσε την επιθυμία να χορέψει.  Πιάστηκε χέρι-χέρι με το φαρμακοποιό, τον Τσιάο και τον Κοτάρο και ευτυχισμένοι συνέχισαν να χορεύουν όλοι μαζί.
Κι όποιος περνούσε απ το σπίτι του φαρμακοποιού το έριχνε κι αυτός στο χορό. Κι αν τύχει και περάσεις ποτέ από κει θα τους δεις ακόμα, όλους μαζί να χορεύουν. Μα δεν ξέρω αν θα γυρίσεις πίσω γιατί μπορεί κι εσύ να μείνεις εκεί και να χορέψεις μαζί τους.
 
Αθηνά, Μαρία, Πηνελόπη, Χριστιάνα

 

 Ο γερανός και η ερωδίνα, ένα παραμύθι από τη Ρωσία

 
          Ζούσαν μια φορά κι έναν καιρό σ’ ένα βάλτο ένας γερανός και μια ερωδίνα. Χτίσανε από ένα καλυβάκι στις δύο όχθες του βάλτου. Κάποτε βαρέθηκε ο γερανός να ζει μόνος του και σκέφτηκε να πάει στην ερωδίνα και να τη ζητήσει σε γάμο.
 
- Είσαι σπίτι, ερωδίνα;
 
- Ναι, σπίτι είμαι.
 
- Ερωδίνα, παντρέψου με.
 
- Όχι γερανέ, δε σε παντρεύομαι, γιατί τα πόδια σου είναι μακριά και τα ρούχα σου κοντά, δεν τα καταφέρνεις στο πέταγμα και δεν έχεις με τι να με ταϊσεις! Φύγε, μακρυπόδαρε.
 
Κι ο γερανός έφυγε σαν βρεγμένη κότα. Ύστερα από λίγες ώρες η ερωδίνα μετάνιωσε γιατί σκέφτηκε ότι απ’ το να κάθεται μόνη της σαν την καλαμιά στον κάμπο καλύτερα να πάρει το γερανό. Πάει, λοιπόν, στο γερανό και του λέει:
 
- Παντρέψου με γερανέ!
 
- Όχι, ερωδίνα, δε σε θέλω! Δε θέλω να παντρευτώ και δε θα σε πάρω. Φύγε!
 
          Η ερωδίνα έβαλε τα κλάματα από την ντροπή της και γύρισε στο σπίτι της. Ο γερανός στο μεταξύ μετάνιωσε κι είπε φωναχτά τη σκέψη του.
 
- Κρίμα που δεν παντρεύτηκα την ερωδίνα. Μόνος σου ούτε στο παράδεισο. Ας πάω να την πάρω. Έρχεται, λοιπόν, και της λέει.
 
- Άκουσέ με, ερωδίνα, αποφάσισα να σε παντρευτώ, πάρε με.
 
- Όχι, γερανέ, δε σε παίρνω.
 
          Ο γερανός επιστρέφει λυπημένος στο σπίτι του και η ερωδίνα ξαναμετανιώνει.
 
- Γιατί του είπα όχι; Είναι ωραία να κάθομαι μόνη μου; Καλύτερα να παντρευτώ το γερανό!
 
Πάει να τον ζητήσει σε γάμο και ο γερανός δε τη θέλει. Κι έτσι πηγαινοέρχονται ακόμα και ζητούν ο ένας τον άλλο σε γάμο αλλά άμα παντρευτούν θα μας καλέσουν κι εμάς!
 
Γιωργής, Κωνσταντίνος
 
    
Τα τρία χρυσά αυγά, παραμύθι από τη Βιρμανία
 
Μια φορά κι ένα καιρό ζούσε ένας ξυλοκόπος που από την αυγή μέχρι το σούρουπο έκοβε ξύλα και πήγαινε στην πόλη να τα πουλήσει. Το βράδυ γύριζε κατάκοπος στο σπίτι του φέρνοντας μαζί του ένα καρβέλι ψωμί και όσα τρόφιμα είχε καταφέρει να αγοράσει με τα λιγοστά χρήματα που είχε κερδίσει.
Μια νύχτα του χειμώνα ο ξυλοκόπος κοιμήθηκε βαθειά και είδε ένα παράξενο όνειρο: βρισκόταν στην καρδιά του δάσους, μπροστά από ένα αιωνόβιο δέντρο που είχε χαμηλά στον κορμό του μια μεγάλη κουφάλα. Μια όμορφη νεράιδα καθόταν στην είσοδο της κουφάλας κι έπλεκε ένα στεφάνι από αγριολούλουδα και κισσό. Γύρισε το πρόσωπό της και τον κοίταξε χαμογελώντας του με καλοσύνη. Ύστερα το όνειρο έσβησε αφήνοντας στη θέση του μια γλυκιά ανάμνηση.
Το άλλο πρωί ο ξυλοκόπος αποφάσισε να ψάξει να βρει το δέντρο που είχε δει στον ύπνο του. Σαν πήγε στο δάσος προχώρησε μακρύτερα από άλλες φορές και βρέθηκε σ’ ένα σημείο όπου δεν είχε πάει ποτέ. Εκεί τα δέντρα ήταν πανύψηλα, με χοντρούς, ροζιασμένους κορμούς, σκεπασμένους με μούσκλια και κισσό, πράγμα που έδειχνε ότι είχαν φυτρώσει εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Καθώς έψαχνε να βρει ανάμεσά τους κανένα ασθενικό ή μισοξεραμένο δέντρο, κατάλληλο για καυσόξυλα, ο ξυλοκόπος αντίκρισε ένα δέντρο που έμοιαζε μ’ εκείνο της νεράιδας που είχε ονειρευτεί την περασμένη νύχτα. Ήταν μεγάλο σε ηλικία μα φαινόταν εύρωστο, με πυκνά γερά κλαδιά που έκρυβαν φωλιές πουλιών κάτω από τα φυλλώματά τους, και με στριφογυριστές ρίζες που σχημάτιζαν μια μεγάλη κουφάλα στα πόδια του. Ο ξυλοκόπος πίστεψε πως αυτό ήταν το σπίτι της νεράιδας, γι’ αυτό, γεμάτος σεβασμό, ένωσε τα χέρια του, υποκλίθηκε και είπε:
-         Καλή σου μέρα, Κυρά μου! 
Έπειτα έφτιαξε ένα μπουκέτο με αγριολούλουδα και το άφησε μέσα στην κουφάλα.
Από τότε, κάθε φορά που βρισκόταν στο δάσος, επισκεπτόταν το δέντρο της νεράιδας. Είχε καθαρίσει την κουφάλα και την είχε στολίσει με κουρελάκια από πολύχρωμα υφάσματα που είχαν περισσέψει από τις φορεσιές που έραβε η γυναίκα του για τις κυράδες της πόλης. Συχνά άφηνε μέσα στην κουφάλα μπουκέτα από ανεμώνες, μαργαρίτες και παπαρούνες, αν ήταν άνοιξη, ή από κυκλάμινα αν ήταν φθινόπωρο. Μερικές φορές άφηνε μια φούχτα καρύδια ή αμύγδαλα και λίγα φρούτα. Παρόλο που δεν είχε δει ποτέ του τη νεράιδα, έμενε κάμποση ώρα και της μιλούσε, γιατί πίστευε πως το πνεύμα της ζούσε μέσα στο δέντρο. Θέλοντας λοιπόν να της κρατήσει συντροφιά, της ανιστορούσε τις χαρές, τις λύπες και τις δυσκολίες της καθημερινής του ζωής.
 
 Πέρασε έτσι αρκετός καιρός και το πνεύμα του δέντρου συμπάθησε τόσο πολύ τον ξυλοκόπο για τη φροντίδα και την πίστη του ώστε αποφάσισε να του κάνει ένα δώρο. Έτσι την επόμενη φορά που εκείνος μπήκε στην κουφάλα βρήκε μια φωλιά πουλιού με τρία χρυσά αυγά. Ξαφνιασμένος ο ξυλοκόπος γονάτισε κι ευχαρίστησε τη νεράιδα για το δώρο της. Έπειτα πήρε το δρόμο για το σπίτι του, κρατώντας στις ενωμένες χούφτες του τη φωλιά με τα αυγά και περπατώντας βιαστικά, ανυπομονώντας να πει το χαρούμενο νέο στη γυναίκα του και στα παιδιά του. Ήξερε ότι είχαν περάσει πια οι μέρες της φτώχειας κι ότι από δω και πέρα η ζωή τους θα ήταν πιο άνετη.
 Λίγο πιο κάτω, σε μια πυκνή συστάδα δέντρων, μια πολυλογού κίσσα, κρυμμένη στα πυκνά φυλλώματα ενός χαμηλού κλαδιού, τάραζε την ηρεμία του δάσους με τη στριγκιά φωνή της: "σκααργκ… σκααργκ ". Όπως όλες οι κίσσες, έτσι κι αυτή, εκτός από τα πολλά λόγια αγαπούσε και τα φανταχτερά στολίδια. Όταν λοιπόν ο ξυλοκόπος πέρασε κάτω από το κλαδί της, τα χρυσά αυγά που έλαμπαν τράβηξαν την προσοχή της. Πέταξε αμέσως και, πριν ο ξυλοκόπος προλάβει να τη διώξει, του άρπαξε το ένα αυγό! Ήταν ό,τι έπρεπε για να στολίσει τη φωλιά της!
Ο ξυλοκόπος στενοχωρήθηκε που έχασε το αυγό, αλλά δε μπορούσε να κάνει τίποτα πια. Η κίσσα είχε εξαφανιστεί. Έβαλε τα υπόλοιπα αυγά στην τσέπη του για να τα ασφαλίσει και συνέχισε το δρόμο του παρηγορώντας τον εαυτό του με τη σκέψη ότι τα δύο αυγά που είχαν απομείνει ήταν αρκετά για να εξασφαλίσουν στην οικογένειά του μια ξεκούραστη ζωή.
Περπάτησε κάμποση ώρα κι έφτασε σε μια νερομάνα *, που το κρυστάλλινο νερό της πηδούσε άφθονο από το άνοιγμά της και σχημάτιζε ένα ρυάκι που χυνόταν στο κοντινό ποτάμι. Διψασμένος από το γρήγορο περπάτημα ο ξυλοκόπος έσκυψε να πιει, μα τότε ένα χρυσό αυγό γλίστρησε από την τσέπη του και χάθηκε μέσα στο ρυάκι. Ο ξυλοκόπος στενοχωρήθηκε πολύ που έχασε και το δεύτερο αυγό, αλλά δε μπορούσε να κάνει τίποτα γιατί το είχε παρασύρει το ρεύμα του νερού. Έβγαλε από την τσέπη του το μοναδικό αυγό που του είχε απομείνει, το έκλεισε σφιχτά στην παλάμη του και συνέχισε το δρόμο του παρηγορώντας τον εαυτό του με τη σκέψη ότι αυτό το αυγό ήταν αρκετό για να βελτιώσει τη ζωή της οικογένειάς του.
Όταν έφτασε στο σπίτι του όλοι μαζεύτηκαν γύρω του και θαύμαζαν με φωνές και γέλια το χρυσό αυγό που τους είχε δωρίσει η νεράιδα. Οι φωνές τους κίνησαν την περιέργεια του κακότροπου γείτονά τους, που τους παρακολούθησε καθώς έκρυβαν το χρυσό αυγό στο βάζο όπου φύλαγαν το ρύζι.
Σαν έπεσε το σκοτάδι της νύχτας και η οικογένεια του ξυλοκόπου βυθίστηκε σ’ έναν ευτυχισμένο ύπνο, ο γείτονας άνοιξε το μισοχαλασμένο παράθυρο, μπήκε στο σπίτι κι έκλεψε το τελευταίο χρυσό αυγό.  
Το πρωί ο ξυλοκόπος είδε ότι έλειπε το χρυσό αυγό από το βάζο του ρυζιού και ντράπηκε για την αδυναμία του να φυλάξει σωστά το πολύτιμο δώρο που του είχε χαριστεί. Τώρα η ζωή του θα συνεχιζόταν το ίδιο σκληρή όπως πριν. Με βαριά καρδιά πήρε ξανά το τσεκούρι του και κίνησε για το δάσος. Πήγε πρώτα στο δέντρο της νεράιδας και της ζήτησε συγνώμη για την απερισκεψία του. Έπειτα δούλεψε όλη τη μέρα κόβοντας ξύλα κι όταν σουρούπωσε και δεν έβλεπε πια καλά, ξεκίνησε να φύγει. Στο δρόμο του πέρασε από ένα δέντρο με ώριμα φρούτα μάνγκο και σταμάτησε να κόψει μερικά για το βραδινό φαγητό. Καθώς μάζευε τα φρούτα ανεβασμένος στα κλαδιά του δέντρου βρήκε μια φωλιά πουλιού. Κοίταξε μέσα και είδε να λάμπει το πρώτο χρυσό αυγό! Γεμάτος ευγνωμοσύνη ευχαρίστησε τη νεράιδα που του το επέστρεφε, το πήρε και γύρισε σπίτι του. Εκεί τον περίμενε κι άλλη ευχάριστη έκπληξη: είχε βρεθεί και το δεύτερο χρυσό αυγό στην κοιλιά ενός ψαριού που είχε ψαρέψει στο ποτάμι ο μεγάλος του γιος. Όλη η οικογένεια άρχισε να γελά, να τραγουδά και να χορεύει από τη χαρά της κάνοντας τέτοιο σαματά που ο κακότροπος γείτονάς τους παραξενεύτηκε και πήγε να τους ρωτήσει τι συμβαίνει. Μόλις όμως έμαθε τα νέα ταράχτηκε. Σκέφτηκε ότι η νεράιδα του δάσους, που προστάτευε τον ξυλοκόπο, ίσως να τον τιμωρούσε επειδή του είχε κλέψει ένα μέρος από το δώρο της. Έτσι όταν νύχτωσε και η οικογένεια του ξυλοκόπου αποκοιμήθηκε πάλι ευτυχισμένη, ο γείτονας ξαναμπήκε στο σπίτι κι άφησε το τρίτο χρυσό αυγό στο βάζο με το ρύζι.
Την επόμενη μέρα ο ξυλοκόπος πούλησε τα τρία χρυσά αυγά και με τα χρήματα που πήρε έχτισε ένα καινούργιο σπίτι, άνοιξε ένα μαγαζί και σπούδασε τα παιδιά του. Δεν ξέχασε όμως τη νεράιδα του δάσους που ήταν η πηγή της καλής του τύχης. Συνέχισε να πηγαίνει στο δέντρο της κάθε μέρα, να της μιλά και να της προσφέρει μικρά δώρα, μέχρι το τέλος της ζωής του.  
 
 
        νερομάνα: πηγή με άφθονο νερό.
 
 Βίβιαν, Δήμητρα

Ο γέρος και τα τρία αδέλφια, παραμύθι από την Ελλάδα

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τρία αδέρφια και κίνησαν να πάν στα ξένα, για να βρουν δουλειά. Στο δρόμο που πήγαιναν έφτασαν σε μια ερημιά και κάθησαν σε μια βρύση κοντά να φάνει και να ξεκουραστούνε. 
Εκεί που έτρωγαν , βλέπουν κι έρχεται ένας γέρος με το μπαστουνάκι του και τους χαιρετά:
-Ώρα καλή παλληκάρια!
-Πολλά τα έτη παππούλη, του είπαν εκείνα και το μικρότερο έκοψε ένα κομμάτι ψωμί και του είπε :
- Κάθισε παππούλη, και να λιγάκι ψωμί να φας.
Ο γέρος πήρε το ψωμί και κάθισε. Εκεί στην ερημιά ήταν πλήθος τα κοράκια. Λέει ο γέρος του μεγαλύτερου παιδιού.
                                                      
-Τι θα ήθελες παιδί μου, να έχεις εδώ στον κόσμο που βρίσκεσαι;
-Θα ήθελα , του λέει, όλα αυτά τα κοράκια να ήταν πρόβατα και να ήταν δικά μου.
-Καλά, λέει ο γέρος. Αν όμως ερχόταν κανένας φτωχός και σου ζητούσε λίγο γάλα, θα του έδινες, άμα είχες τόσα πρόβατα;
-Θα του έδινα , λέει το παιδί, ό,τι ήθελε, γάλα, τυρί, μυτζήθρα , ό,τι ήθελε.
Ταπ ! Χτυπάει ο γέρος το ραβδί του στη γη κι έγιναν τα κοράκια πρόβατα. Άσπρισε ο τόπος από πρόβατα.
Σηκώθηκε το παιδί , μάζεψε τα πρόβατα κι έμεινε εκεί. Οι άλλοι δυο με το γέρο πήραν πάλι δρόμο. Πήγαν, πήγαν, έφτασαν σε ένα λόγγο.
Ρωτάει τώρα ο γέρος το δεύτερο :
-Τι θα ήθελες εσύ παιδί μου , να έχεις εδώ στον κόσμο που είσαι;
-Εγώ θα ήθελα παππούλη, όλα αυτά τα πουρνάρια να γίνουν ελιές και να είναι όλες δικές μου , είπε το παιδί.
-Καλά, του λέει ο γέρος. Αφού θα χεις τόσο λάδι, θα δίνεις και κανενός φτωχού;
-Θα δίνω , του λέει.
Ταπ ! Χτυπάει ο γέρος το ραβδί του στη γη και τα πουρνάρια έγιναν στη στιγμή ελιές. Και το παιδί αυτό , απόμεινε εκεί κι έκανε μαγαζιά, γέμιζε τα βαρέλια λάδι και τα φόρτωνε στα καράβια. 
Ο μικρότερος αδερφός απόμεινε μονάχος με το γέρο και πήραν πάλι δρόμο. Σαν έφτασαν σε ένα σταυροδρόμι, κάθισαν στη βρύση που ήταν εκεί να ξεκουραστούν.
Λέει ο γέρος του παιδιού :
- Αμ δε ζητάς κι εσύ τίποτε;
-Εγώ παππούλη θα ήθελα από αυτή τη βρύση να τρέχει μέλι.
-Και θα δίνεις στους φτωχούς μέλι, άμα σου ζητούν;
-Θα δίνω.
Ταπ ! Χτυπά ο γέρος το ραβδί του στη γη κι αμέσως άρχισε να τρέχει μέλι από τη βρύση. Απόμεινε και το παιδί στο σταυροδρόμι, πουλούσε μέλι και μοίραζε και στους φτωχούς τους στρατοκόπους. 
Ο γέρος έφυγε , πήγε στη δουλειά του.
Σαν πέρασε κάμποσος καιρός, το παιδί άφηκε έναν υπηρέτη στη βρύση να μοιράζει μέλι, κι αυτός ξεκίνησε να πάει να δει τα αδέρφια του γιατί τα πεθύμησε.
Εκεί που πήγαινε , κοιτάζει για ελιές, βλέπει ένα λόγγο από πουρνάρια. Πάει παρέκει, κοιτάζει για πρόβατα, βλέπει κοράκια κι ούτε λαδά ούτε τσέλιγκα
Κει που στεκόταν κι απορούσε, βλέπει κι έρχεται πάλι ο γέρος εκείνος και του λέει :
-Είδες; Ό,τι είπαν τα αδέρφια σου δεν το έκαμαν ! Δεν έδιναν στους φτωχούς από τα καλά που τους εχάρισα. Γι αυτό κι εγώ τους πήρα πίσω τις ελιές και τα πρόβατα . Συ όμως στάθηκες καλός και να έχεις την ευχή μου !
Και πριν τελειώσει το λόγο του, ο γέρος έγινε άφαντος....
Λάουρα, Μαριγιάννα
Οι δύο φίλοι, ένα παραμύθι από τη Νιγηρία
Μια φορά και έναν καιρό ήταν δυο ποντίκια ο Γιζούμ (ποντίκι των θάμνων) και ο Νκίνκι (ποντίκι του σπιτιού) οι οποίοι ήταν πολύ καλοί φίλοι.
Μια μέρα ο Γιζούμ κάλεσε τον Νκίνκι στο σπίτι του για να περάσουν μαζί την ημέρα. Ο Νκίνκι δεν είχε ξαναπάει στο σπίτι του φίλου του και ήταν πολύ χαρούμενος. Το σπίτι του Γιζούμ βρισκόταν στους θάμνους, κάτω από ένα βράχο. Μόλις έφτασαν, ο οικοδεσπότης τον ξενάγησε στο σπίτι του και ύστερα αποφάσισαν να φάνε κάτι. Ο Γιζούμ προσέφερε τα καλύτερα τρόφιμα που είχε: φασόλια, καρπούς από τα δέντρα, φιστίκια, ρίζες και άλλες νοστιμιές των ποντικών των θάμνων.
Ας φάμε είπε ο Γιζούμ και ο Νκίνκι απρόθυμα συμφώνησε, διότι δεν ήταν τόσο ενθουσιασμένος απ’ όλα αυτά που ο φίλος του, του παρείχε. Ωστόσο δεν ήθελε να τον προσβάλει, οπότε και έφαγε το φαγητό (αν και με μεγάλη δυσκολία). Όταν τελείωσαν το γεύμα, ο Νκίνκι ένιωσε ότι κάτι τον βάραινε μέσα του και ήθελε να το βγάλει, κι έτσι είπε: « Γιζούμ, φαίνεται ότι ζεις πολύ σκληρή ζωή εδώ στον θάμνο. Δεν θα μπορούσα να πιστέψω ότι πρέπει να τρέφεσαι με σπόρους και αυτό το κοινό φαγητό για όλη σου την ζωή. Αν έπρεπε να ζήσω σαν κι εσένα θα ήμουν πολύ δυστυχισμένος και θα προτιμούσα να μην είχα γεννηθεί», και συνέχισε για λίγο να κριτικάρει τον τρόπο ζωής του Γιζούμ.
Έφτασε η ώρα να γυρίσει ο Νκίνκι σπίτι του. Έτσι ο Γιζούμ αποφάσισε να πάει μαζί με τον φίλο του για να δει αν η ζωή του ήταν τόσο καλύτερη όσο έλεγε. Του είπε : «Νκίνκι, θα ήθελα να έρθω μαζί σου για να δω το σπίτι σου» και ο Νκίνκι του απάντησε : « Είσαι ευπρόσδεκτος να έρθεις».
Ξεκίνησαν για το χωριό που έμενε ο Νκίνκι. Περπάτησαν αρκετά συζητώντας σε όλο το δρόμο και έφτασαν στο σπίτι του αρκετά κουρασμένοι και πεινασμένοι. Αμέσως ο Γιζούμ παρατήρησε το πολύ καλό φαγητό πεταμένο έξω στο χώμα που μύριζε ωραία και φαινόταν υπέροχο. Άρχισε να σκέφτεται ότι ο Νκίνκι είχε δίκιο! Υπήρχε χυλός, κρέας, υπέροχο καλαμπόκι και καρποί τα οποία φαίνονταν πως οι άνθρωποι μόλις τα είχαν πετάξει.
Ήταν τόσο πεινασμένοι που ξεκίνησαν να τρώνε ευθύς αμέσως. Το φαγητό ήταν υπέροχο και ο Γιζούμ σκέφτηκε: « Αν μπορούσα να βρω ένα μέρος σαν κι αυτό να μείνω, η ζωή μου θα γινόταν πιο γλυκιά». Τους φάνηκε σαν να έτρωγαν ώρες και σύντομα χόρτασαν. Ο Γιζούμ ετοιμαζόταν να χαλαρώσει και να ξαπλώσει, αλλά ξαφνικά άκουσε έναν ξαφνικό και περίεργο ήχο πίσω του. «Μια γάτα» φώναξε ο Νκίνκι και πριν προλάβει ο Γιζούμ να κοιτάξει γύρω του, η γάτα ήταν επάνω τους. «Τρέξε!» φώναξε ο Νκίνκι και ο Γιζούμ άρχισε να τρέχει.
Ο Γιζούμ δεν είχε ξαναφοβηθεί τόσο πολύ στην ζωή του και έτρεχε με όλη του την δύναμή. Η γάτα τους πλησίαζε αλλά μόλις είχαν αρχίσει και οι δυο φίλοι να κουράζονται, εντόπισαν μία τρύπα στον τοίχο ενός σπιτιού και όρμησαν μέσα.
Όταν επιτέλους ξελαχάνιασαν ο Γιζούμ είπε: « Νκίνκι φίλε μου, το φαγητό εδώ είναι πράγματι καλύτερο από αυτό που τρώω. Αν όμως η ζωή σου είναι έτσι όπως σήμερα και περνάς όλα αυτά για να φας καλά, τότε προτιμώ να τρώω τους σπόρους και τους καρπούς μου και να έχω το κεφάλι μου ήσυχο». Έτσι έφυγε ο Γιζούμ για το σπίτι του στον θάμνο και ο Νκίνκι από εκείνη την ημέρα δεν ξανά κριτίκαρε ποτέ τον τρόπο ζωής του φίλου του.
 
Γιώργος, Ελένη, Εύη, Μιχάλης
 
Εγώ έφαγα το καρβέλι, παραμύθι από την Ισπανία
Δυο πρωτευουσιάνοι κι ένας χωρικός έτυχε να συναντηθούν καθώς κι οι τρεις τους πήγαιναν στη Μέκκα. Είπαν, λοιπόν, να συνεχίσουν όλοι μαζί το ταξίδι τους και μάλιστα να μοιράζονται και τα τρόφιμα που ο καθένας κουβαλούσε μαζί του.
Αλλά το ταξίδι κράταγε πολύ και τα τρόφιμα κάποια στιγμή τελείωσαν. Το μόνο που  τους είχε απομείνει ήταν μια χούφτα αλεύρι, τόσο, όσο για να φτιάξουνε ένα μικρό καρβέλι ψωμί. Οι δυο πρωτευουσιάνοι στάθηκαν παράμερα και είπαν ο ένας στον άλλο:
«Βλέπεις πως μας απόμεινε μονάχα τόσο αλεύρι, όσο για ένα μικρό καρβέλι ψωμιού. Αλλά ο φίλος μας από κει τρώει πολύ κι έτσι λέω να σκεφτούμε να κάτι έτσι ώστε τελικά το καρβέλι να μείνει μόνο για τους δυο μας, γιατί διαφορετικά θα μείνουμε νηστικοί».
Ο άλλος συμφώνησε μαζί του και κάτσανε μετά και καταστρώσανε το σχέδιό τους. Φωνάξανε το χωρικό και του είπανε:
«Λοιπόν, μιας και το καρβέλι θα είναι μικρό και δε θα φτάνει για όλους, λέμε, αφού ζυμώσουμε το αλεύρι, να βάλουμε το καρβέλι να ψήνεται. Και όσο αυτό ετοιμάζεται, εμείς θα το ρίξουμε στον ύπνο. Όταν ξυπνήσουμε, θα είναι έτοιμο και ο καθένας θα αφηγηθεί στους άλλους το όνειρο που είδε. Αυτός που θα έχει δει το πιο όμορφο όνειρο θα φάει μόνος του το καρβέλι».
Ο χωρικός δεν ήταν χαζός, όπως νομίζανε οι δυο συνταξιδιώτες του. Αλλά είπε πως συμφωνεί με το σχέδιο κι έτσι ζυμώθηκε το αλεύρι και μπήκε στο φούρνο το καρβελάκι για να ψηθεί.
Οι τρεις ταξιδιώτες πια, σύμφωνα με το σχέδιό τους, δεν είχαν τίποτε άλλο να κάνουν από το να το ρίξουν στον ύπνο.
Ο χωρικός όμως περίμενε να δει τους άλλους δυο να έχουν πέσει σε βαθύ ύπνο και τότε σηκώθηκε και άρπαξε το καρβέλι, έτσι μισοψημένο όπως ήτανε, το έφαγε και μετά ξάπλωσε πάλι κι έκανε δήθεν ότι κοιμότανε.
Ένας από τους δυο πρωτευουσιάνους, σύμφωνα με το σχέδιο που είχε καταστρώσει με τον συντοπίτη του, έκανε ότι κάτι είδε μέσα στον ύπνο του που τον τάραξε και τον ξύπνησε και γι’ αυτό στράφηκε προς τον φίλο του και τον σκούντησε.
«Τι συμβαίνει;» έκανε δήθεν πως ξαφνιάστηκε κι αυτός.
«Είδα ένα πολύ όμορφο όνειρο! Ήρθαν, λέει, και με πήραν από το χέρι δυο άγγελοι και μου άνοιξαν την πύλη του Παραδείσου και με έβαλαν μέσα…»
«Όμορφο όνειρο που είδες…» του λέει ο άλλος, « Το δικό μου όμως μπορεί να μην ήταν τόσο όμορφο, αλλά σίγουρα ήταν πιο δραματικό… Γιατί κι εγώ είδα δυο αγγέλους που ήρθαν, λέει, και με πήραν,  αλλά, αντί να με πάνε προς τον ουρανό, σχίσανε τη γη με τις φτερούγες τους και με κατέβασαν στα Τάρταρα του Κάτω Κόσμου».
Όλα αυτά τα είχαν από πριν κανονίσει, έτσι ώστε τα όνειρά τους να φανούν ισάξια και να μοιραστούν οι δυο τους το καρβέλι.
Ο χωρικός στο μεταξύ τα άκουσε όλα αυτά, άσχετα αν έδειχνε πως τάχαμου κοιμάται. Αλλά οι δυο πρωτευουσιάνοι πήραν- δήθεν κι αυτοί- να διαφωνούν για το ποιανού το όνειρο ήταν πιο ενδιαφέρον και θέλησαν να έχουν και τη γνώμη του συντρόφου τους.
« Ε, ξύπνα!» τον σκούντησαν.
Αυτός έκανε πως ξαφνιάστηκε.
«Ποιος είναι;» Ρώτησε.
«Τι ποιος είναι; Εμείς είμαστε!» του είπαν οι άλλοι δύο.
«Καλά, πότε γυρίσατε κιόλας;» έκανε κι αυτός κι έδειχνε ακόμα πιο ξαφνιασμένος. Τώρα ήταν η σειρά των πρωτευουσιάνων να ξαφνιαστούν.
«Να γυρίσουμε από πού;» ρωτήσανε.
Κι ο χωρικός τους απάντησε:
«Φαίνεται πως το είδα στον ύπνο μου…όνειρο θα ήταν!»
«Τι είδες δηλαδή;» θέλησαν να μάθουν οι άλλοι.
«Να, είδα πως ήρθαν τέσσερις άγγελοι και οι δυο από αυτούς πήραν τον ένα από τους δυο και τον πήγαν στον Παράδεισο και οι άλλοι δυο πήραν το δεύτερο και τον πήγαν στην Κόλαση… Κι εγώ έμεινα μόνος εδώ πέρα και, μιας και κανείς ποτέ δεν επιστρέφει μήτε από τον Παράδεισο μήτε από την Κόλαση, κάθισα κι έφαγα μόνος μου όλο το καρβέλι!»
‘Ελλη, Μελπομένη
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

 
47ο Δημοτικό Σχολείο Ηρακλείου, Κρασαδάκη 19, Ηράκλειο, 2810323225 - Κατασκευή Αλέξανδρος Ρονιώτης